Ἑλληνικὰ Παραδοσιακὰ Ὄργανα

Τὰ μουσικὰ ὄργανα ποὺ χρησιμοποιήθηκαν καὶ χρησιμοποιοῦνται ἀκόμη καὶ σήμερα γιὰ τὸ δημοτικὸ τραγούδι καὶ μουσική, διακρίνονται σὲ τρεῖς κατηγορίες: ἔγχορδα, πνευστὰ καὶ κρουστά.

Ἔγχορδα εἶναι τὸ λαοῦτο, τὸ βιολί, οἱ λύρες (κρητική, ποντιακὴ ἢ θρακιώτικη), τὸ σαντούρι κ.ἄ.
Πνευστὰ εἶναι τὸ κλαρίνο, ἡ φλογέρα, ἡ γκάϊντα, ὁ ζουρνᾶς κ.ἄ.
Κρουστὰ εἶναι τὸ νταούλι, τὸ ντέφι, τὸ τουμπερλέκι κ.ἄ.
Ἡ κάθε περιοχὴ ἀνάλογα μὲ τὰ τραγούδια καὶ τοὺς χορούς της, χρησιμοποιεῖ καὶ διαφορετικὰ μουσικὰ ὄργανα. Ἐπίσης, συναντᾶμε κι ἄλλα ὄργανα, νέα γιὰ τὴν κάθε περιοχὴ πρὶν ἑκατὸ χρόνια, τὰ ὁποῖα μεταφέρθηκαν ἀπὸ τοὺς Μικρασιάτες πρόσφυγες, κατὰ τὴν ἐγκατάστασή τους στὴν κάθε περιοχή. Ἄλλωστε, κατὰ τὸ 1600 καὶ μετά, ἔχουμε τὴν εἴσοδο τῶν εὐρωπαϊκῶν ὀργάνων καὶ χορῶν. Τὰ ὄργανα ποὺ κυριαρχοῦσαν, συνήθως στὰ σπίτια τῶν πλούσιων, ἦταν τὸ πιάνο καὶ τὸ βιολί. Ἀναγνωρισμένοι δάσκαλοι, τόσο ἕλληνες, ὅσο καὶ εὐρωπαῖοι μετακαλοῦνται ἀπὸ τὶς πατρίδες τους, γιὰ νὰ διδάξουν εὐρωπαϊκὴ μουσικὴ σὲ εὐπόρους. Ἔτσι, σιγὰ-σιγά, ἡ παραδοσιακὴ μουσικὴ περνᾶ στὸ περιθώριο γιὰ τοὺς πλούσιους, ἐνῷ παραμένει μέσο διασκέδασης μόνο γιὰ τὰ ὑπόλοιπα λαϊκὰ κοινωνικὰ στρώματα.

Νταούλι: Ἡ πανελλήνια ὀνομασία του εἶναι νταούλι ἢ ταβούλι, παβούλι, τούμπανο, τύμπανος ἢ τούμπανος. Εἶναι ἕνα ρυθμικὸ ὄργανο, τὸ ὁποῖο δὲν παίζεται μόνο του, ἀλλὰ πάντα μαζὶ μ᾿ ἕνα τουλάχιστον μελῳδικὸ ὄργανο. Μαζὶ μὲ τὸ ζουρνὰ ἀποτελοῦν μία μικρὴ ὀρχήστρα, τὴν ζύγια, γνωστὴ συνήθως στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα.

Ντέφι: Ἡ πανελλήνια ὀνομασία τοῦ εἶναι ντέφι, ἀλλὰ λέγεται καὶ νταχαρές. Εἶναι ἕνα ρυθμικὸ ὄργανο, μὲ ἦχο ἀκαθόριστης τονικῆς ὀξύτητας, ποὺ παίζεται μὲ τὰ χέρια. Τὸ ντέφι παίζεται συνήθως μὲ ἄλλα ὄργανα, ὅπως λύρα καὶ ντέφι, γκάιντα καὶ ντέφι, βιολί, λαοῦτο καὶ ντέφι, κ.ἄ. Παίζεται, ὅμως καὶ μόνο του, ὅταν δὲν ὑπάρχουν ἄλλα μουσικὰ ὄργανα γιὰ νὰ συνοδέψει τὸ τραγούδι ἢ μαζὶ μὲ τὸ τραγούδι, τοὺς χοροὺς καὶ ἰδιαίτερα τοὺς γυναικείους ἢ τοὺς ἀνδρικοὺς ἀντικριστοὺς χορούς.

Τουμπερλέκι: Λέγεται καὶ ταραμπούκα ἢ στάμνα καὶ εἶναι ἕνα ρυθμικὸ ὄργανο, ποὺ τὸ συναντᾶμε κυρίως στὴ Μακεδονία καὶ Θρᾴκη. Ὁ ἦχος του εἶναι γλυκὸς καὶ ἐκφραστικός.

Γκάιντα: Συνήθως λέγεται γκάιντα, γκάιδα, γάιδη ἢ κάιντα. Φτιάχνεται συνήθως ἀπὸ κεῖνον ποὺ τὴν παίζει, σὲ διάφορα μεγέθη. Ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ ἀσκί, τὸ ἐπιστόμιο καὶ δυὸ αὐλούς. Ὁ παίκτης τῆς γκάιντας λέγεται γκαϊντιέρης, γκαϊδάρης καὶ γκαϊταντζής.

Ζουρνᾶς: Ὁ ζουρνᾶς ἢ καραμούλα ἢ πίπιζα εἶναι ἕνα ὄργανο τύπου ὄμποε, μὲ διπλὸ γλωσσίδι. Ἡ παλιότερη ὀνομασία του ἦταν αὐλὸς ἢ ἀσκός. Ὅπως τὸ νταούλι, ἔτσι καὶ ὁ ζουρνᾶς, μὲ τὸ δυνατὸ καὶ διαπεραστικό του ἦχο εἶναι ὄργανο γιὰ ἀνοικτοὺς χώρους. Ἀπαντᾶται συχνὰ σὲ πανηγύρια καὶ γλέντια, στὶς πλατεῖες τῶν χωριῶν.

Βιολί: Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πανελλήνια αὐτὴ ὀνομασία του, σὰν βιολί, συναντᾶμε ἀκόμη, ὅλο ὅμως καὶ πιὸ σπάνια, τὶς ὀνομασίες διολί, διολιά, βιολάριν καὶ βιολούδιν κ.ἄ. Μὲ τὴ λέξη βιολιὰ ἢ διολιά, ἐννοοῦν ὄχι μόνο τὸ ὄργανο βιολί, ἀλλὰ γενικὰ τὰ μουσικὰ ὄργανα καὶ ἰδιαίτερα τὴ ζυγιὰ βιολί-λαοῦτο καὶ τὴν κομπανία κλαρίνο - σαντούρι - λαγοῦτο. Τὸ βιολί, ὡς λαϊκὸ ὄργανο, φτιάχνεται στὴν Ἑλλάδα, μὲ βάση τὰ πρότυπα τῆς Δύσης. Ἔχει τέσσερις χορδὲς καὶ παίζεται μὲ εὐθύγραμμο δοξάρι .

Κλαρίνο: Τὸ κλαρίνο σὰν λαϊκὸ μουσικὸ ὄργανο, ἔρχεται στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν Τουρκία, μὲ τοὺς Τουρκόγυφτους, γύρω στὰ 1835. Ἀρχικά, μαζὶ μὲ τὸ βιολὶ καὶ τὸ λαοῦτο καὶ ἀργότερα, μὲ τὸ σαντούρι ἀποτελοῦν τὴν κομπανία, τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν λαϊκὸ μουσικὸ συγκρότημα, ποὺ ἀντικαθιστᾶ σιγὰ-σιγὰ τὴν πατροπαράδοτη ζυγιὰ νταούλι-ζουρνᾶ, ἢ λύρα-λαοῦτο.
Ζήλια: Λέγονται, ἐπίσης καὶ τσίγκλες ἢ σαχανάκια καὶ εἶναι μικρὰ μεταλλικὰ κύμβαλα. Ἀποτελοῦνται ἀπὸ δυὸ στρογγυλοὺς δίσκους ἐλαφρὰ κοίλους, συνήθως σιδερένιους ἢ μπρούτζινους .

Δημοσίευση σχολίου

Blogger