Τζοακίνο Ροσσίνι

Γόνος μιας μουσικής οικογένειας, ο Ροσσίνι γεννήθηκε στην πόλη Πεζάρο ενώ ο πατέρας του, Τζουζέπε, έπαιζε κόρνο και η μητέρα του, Άννα, ήταν τραγουδίστρια. Εν μέσω μιας ταραχώδους παιδικής ηλικίας, όπου λόγω των πολέμων η οικογένεια αναγκάστηκε να μετοικίσει στη Μπολόνια, ο Ροσσίνι αρχικά εκπαιδεύεται στο τσέμπαλο από τον Τζουζέπε Πρινέττι. Αργότερα γίνεται βοηθός σε ένα σιδεράδικο και τη μουσική του εκπαίδευση αναλαμβάνει ο Άντζελο Τεζέϊ. Μέχρι τα δέκα του χρόνια έχει μάθει να διαβάζει μουσική, να παίζει πιάνο και κόρνο, αλλά και να τραγουδά, ενώ αποτελεί μέλος της χορωδίας της τοπικής εκκλησίας. Ορισμένα έργα, όπως οι έξι σονάτες για έγχορδα, γράφτηκαν όταν ήταν περίπου δώδεκα ετών και ήδη αντανακλούν την επιρροή του Χάυντν και του Μότσαρτ.
Το 1805 κάνει την πρώτη και μοναδική του εμφάνιση ως τραγουδιστής στο έργο "Camilla" του Φερντινάντο Παέρ. Της ιδίας εποχής είναι και η πρώτη του όπερα, "Demetrio e Polibio", την οποία θα δει επί σκηνής αρκετά αργότερα, έχοντας ήδη παρουσιάσει άλλες πέντε όπερές του. Τον επόμενο χρόνο εγγράφεται στο Ωδείο της Μπολόνια, όπου σπουδάζει βιολοντσέλο με τον Καβεντάνι και αντίστιξη με τον π. Στανισλάο Ματτέϊ. Οι αυστηροί κανόνες της αντίστιξης φαίνεται πως είχαν αρνητική επίδραση και τον ώθησαν προς ένα πιο ελεύθερο συνθετικό ύφος. Η δε ικανότητά του στην ενορχήστρωση προέκυψε από την ενασχόλησή του με τα κουαρτέτα και τις συμφωνίες του Χάυντν και του Μότσαρτ, τις οποίες ενορχήστρωνε για διάφορους οργανικούς συνδυασμούς.
Στα δεκαέξι του κερδίζει το πρώτο βραβείο του Ωδείου της Μπολόνια, για την καντάτα του "Il pianto d'Armonia sulla morte d’Orfeo", ενώ επιδίδεται στη σύνθεση όπερας. Οι πιο αξισημείωτες, "La pietra del paragone" και "Il signor Bruschino" παρουσιάζονται στη Ρώμη, τη Βενετία και το Μιλάνο, ενώ με τη μεσολάβηση του Μαρκησίου Καβάλλι, ή όπερα "La cambiale di matrimonio" ανεβαίνει με επιτυχία στη Βιέννη. Ακολουθούν οι όπερες "Τανκρέδος" ("Tancredi") και "Μια Ιταλίδα στο Αλγέρι" ("L'italiana in Algeri") που σημειώνουν ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία και εκτοξεύουν τη φήμη του 20χρονου συνθέτη σε παγκόσμιο επίπεδο.
Μέχρι τα 21 του είχε εδραιωθεί στο φιλόμουσο κοινό της Ιταλίας και συνέχισε να γράφει όπερες, οι οποίες παρουσιάζονταν στο Μιλάνο και τη Βενετία - η αποδοχή τους δεν ήταν τόσο επιτυχής όσο με τον "Τανκρέδο" κι έτσι το 1815 ο Ροσσίνι αποσύρεται στο πατρικό του στη Μπολόνια. Μια πρόταση συνεργασίας έρχεται από τον ιμπρεσάριο του θεάτρου της Νάπολης, Ντομένικο Μπαρμπάϊα: θα γινόταν διευθυντής των ΘεάτρωνSan Carlo και del Fondo. Τα καθήκοντά του περιλάμβαναν τη σύνθεση μιας όπερας το χρόνο για το καθένα από τα δύο θέατρα, με αμοιβή 200 δουκάτα το μήνα· άλλα 1000 δουκάτα θα λάμβανε κάθε χρόνο από τα τραπέζια χαρτοπαιξίας των θεάτρων ως μερίδιο συμμετοχής, συγκεντρώνοντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για την εποχή.
Ένα από τα αξιοσημείωτα έργα αυτής της περιόδου είναι και η όπερα "Elisabetta, regina d'Inghilterra" ("Ελισάβετ, Βασίλισσα της Αγγλίας"), στην οποία πρωταγωνίστησε η μέλλουσα σύζυγός του, Ιζαμπέλλα Κολμπράν. Η όπερα αυτή είναι η πρώτη στην οποία ο Ροσσίνι γράφει επακριβώς τους καλλωπισμούς των αριών, αποτρέποντας τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό τους από τους τραγουδιστές, ενώ αντικαθιστά το ασυνόδευτο ρετσιτατίβο (σέκκο) με τη συνοδεία ενός κουαρτέτου εγχόρδων.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Ροσσίνι χρημάτισε πρεσβευτής του Ιταλικού Ινστιτούτου και έλαβε αμέτρητες τιμές, με πιο σπουδαίο ίσως το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής. Μετά τον θάνατό του ο Βέρντι πρότεινε τη συλλογική σύνθεση ενός Ρέκβιεμ προς τιμήν του· η παρουσίαση του έργου, ανήμερα του μνημοσύνου του, εγκαταλείφθηκε. Ωστόσο, ο Βέρντι χρησιμοποίησε ένα μέρος που είχε γράψει, συνθέτοντας το περίφημο πια Ρέκβιεμ του για τον Μαντσόνι. Μόλις το 1989, ο Γερμανός διευθυντής ορχήστρας Χέλμουτ Ρίλλινγκ, παρουσίασε την παγκόσμια πρώτη του αυθεντικού "Ρέκβιεμ για τον Ροσσίνι".
Ο συνθέτης Μάουρο Τζιουλιάνι, επηρεασμένος από τη μουσική του, έγραψε έξι σετ παραλλαγών για κιθάρα, πάνω σε θέματα του Ροσσίνι. (έργα 119-124). Το κάθε σετ τιτλοφορείται Ροσσινιάνα και αποτελεί την πρώτη εφαρμογή της κατάλληξης -άνα, προς τιμήν κάποιου συνθέτη. Το 1925, ο Οττορίνο Ρεσπίγκι ενορχήστρωσε τέσσερα κομμάτια από τις Αμαρτίες του παλιού καιρού, συνθέτοντας τη σουίτα Ροσσινιάνα.
Συνήθης πρακτική για τον Ροσσίνι αποτελούσε ο πλαγιαρισμός, η παραβολή δηλαδή μελωδιών και αποσπασμάτων από έργα του, σε άλλα του έργα. Η πρακτική αυτή δεν ήταν κάτι καινούριο -ο Μπαχ, ο Χαίντελ και τόσοι άλλοι πριν απ' αυτόν έκαναν ακριβώς το ίδιο. Χαρακτηριστική μανιέρα στις ενορχηστρώσεις του αποτελεί μια σταδιακή δόμηση έντασης, με βάση ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο· η τεχνική αυτή, που στα χέρια του αναπτύχθηκε αριστουργηματικά, ευθύνεται και για το παρατσούκλι της εποχής, "Signor Crescendo".
Οι περισσότερες από τις όπερές του έπεσαν στη λήθη κατά τη διάρκεια της ζωής του· κάποιες ανασύρθηκαν στην επιφάνεια τα τελευταία 50 χρόνια, χάρη στην αναβίωση του μπελ κάντο, του οποίου και θεωρείται ένας από τους κύριους εκφραστές.
Κατά τον βιογράφο Χέρμπερτ Βάινστοκ, η περιουσία του Ροσσίνι αποτιμήθηκε σε 2,5 εκατομμύρια φράγκα, που αντιστοιχούν σε περίπου 1,4 εκατομμύρια σημερινά δολάρια. Ένα μέρος τους κληρονομήθηκε από τους συγγενείς του και το υπόλοιπο -σύμφωνα με τη διαθήκη του- παραχωρήθηκε στην Κοινότητα του Πεζάρο. Με το κληροδότημα ιδρύθηκε το Ωδείο της πόλης, το οποίο αργότερα μετετράπη στο Κρατικό Ωδείο Τζοάκινο Ροσσίνι. Το μετέπειτα Ίδρυμα Ροσσίνι έχει την επιμέλεια του Ωδείου και σκοπός του είναι η προώθηση του έργου και της προσωπικότητας του συνθέτη. Στους αδελφούς συνεργάτες του ιδρύματος περιλαμβάνεται και το Φεστιβάλ Όπερας Ροσσίνι.

Δημοσίευση σχολίου

Blogger