Μάριος Φραγκούλης


Ο Μάριος Φραγκούλης κατάγεται από την Κάσο της Δωδεκανήσου (από τη μεριά του πατέρα του) και από την Κέρκυρα (από τη μεριά της μητέρας του). Γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1967 στην τότε Ροδεσία (νυν Ζιμπάμπουε) της Αφρικής, αλλά μεγάλωσε και πήγε σχολείο στην Αθήνα, όπου τον μεγάλωσαν η αδελφή της μητέρας του και ο άντρας της, τους οποίους και θεωρεί τους αληθινούς του γονείς. Σπούδασε βιολί επί δώδεκα χρόνια – τέσσερα με τον Βατικιώτη στο Ελληνικό Ωδείο και οκτώ με το Δεσποτίδη στο Ωδείο Αθηνών.
Σε ηλικία 11 ετών έκανε την πρώτη μινι-δισκογραφική του δουλειά, τραγουδώντας το ρόλο του ΄Ιζακα στο μιούζικαλ του A. L. Webber «Joseph and his amazing technicolour raincoat». Τότε έκανε και την πρώτη του γνωριμία με το «Άξιον εστί» του Θεοδωράκη, όπου τραγούδησε ως σολίστ (το μέρος του Λαϊκού Τραγουδιστή), σε μια παράσταση η οποία κέρδισε στο διαγωνισμό καλύτερης χορωδίας.
Φοιτούσε σε αγγλικό σχολείο, που οργάνωνε τακτικά θεατρικές παραστάσεις, κι έτσι από πολύ νωρίς δοκίμασε τις δυνάμεις του σε πολλά έργα: σε ηλικία 15 ετών, ας πούμε, ήταν ο κονφερανσιέ στο «Καμπαρέ» και 16 ετών έπαιξε τον Τόνυ στο «West Side Story». Το μέλλον του είχε αποφασιστεί: τέρμα το βιολί, ανήκε στο θέατρο!


Στα δεκαοκτώ του πήγε στο Λονδίνο για σπουδές στη δραματική και μουσική σχολή Guildhall School of Music and Drama, στο Barbican Centre, όπου στεγάζεται και το Βασιλικό Σαιξπηρικό Θέατρο. Εκεί έγινε φανερό οτι η φωνή του είχε δυνατότητες πολύ ανώτερες από αυτές που απαιτεί το απλό θέατρο πρόζας ή ακόμα και το μουσικό θέατρο.
Το Φεβρουάριο του 1988, ενώ ήταν στο Γ΄έτος της σχολής, και χωρίς να έχει κάνει ποτέ σχετικά μαθήματα, έδωσε ακρόαση για την Υποτροφία Μαρία Κάλλας, την οποία και κέρδισε. Λίγους μήνες αργότερα έδωσε ακρόαση για το ρόλο του Marius, του νεαρού πρωταγωνιστή στο μιούζικαλ «Les Misérables» («Οι Άθλιοι»). Και, ενώ είχε τελειώσει τη Δραματική σχολή και αρχίσει πριν τρεις-τέσσερις μήνες μαθήματα κλασικού τραγουδιού καθώς και γερμανικών, ήρθε η απάντηση: είχε πάρει το ρόλο, και το Δεκέμβριο του 1988, ο Μάριος Φραγκούλης έκανε την πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση σ’ ένα από τα πιο επιτυχημένα μουσικά θεάματα του λονδρέζικου West End.
Με το τέλος των παραστάσεων των «Αθλίων», το Δεκέμβριο του 1989, ο Μάριος άφησε το Λονδίνο πηγαίνοντας στην Ιταλία, στην Ακαδημία Βέρντι στο Μπουσσέτο, γενέτειρα του συνθέτη, με δάσκαλο τον περίφημο τενόρο Κάρλο Μπεργκόντσι. ΄Εξι μήνες αργότερα πήρε το δίπλωμά του από την Ακαδημία. Όσο ήταν στην Ιταλία όμως, συνάντησε έναν άλλο κορυφαίο τενόρο, τον Αλφρέντο Κράους, και του ζήτησε να του διδάξει τις λεπτομέρειες της θρυλικής τεχνικής του. Χάρη στην υποτροφία Κάλλας, ο Μάριος μπόρεσε να το πετύχει αυτό ακολουθώντας το δάσκαλό του σε όλες του τις επαγγελματικές και άλλες μετακινήσεις σ'όλο τον κόσμο.
Μετά από ένα χρόνο περιπλανήσεων και μελέτης, στις 18 Μαΐου του 1991, ο Sir Andrew Lloyd Webber τον κάλεσε να επιστρέψει στο Λονδίνο για να υποδυθεί το ρομαντικό ήρωα Ραούλ στο «Phantom of the Opera» («Το φάντασμα της ΄Οπερας»), στο Majesty’s Theatre, σε σκηνοθεσία Harold Prince.
To 1992 κέρδισε την υποτροφία Ωνάση, με τη βοήθεια της οποίας συνέχισε τις σπουδές του στην όπερα στην περίφημη σχολή Juilliard της Νέας Υόρκης, με την καθηγήτρια φωνητικής Dodi Protero, στην οποία τον είχε συστήσει η μέτζο-σοπράνο Marilyn Horne, άλλη μιά προσωπικότητα του λυρικού θεάτρου που πίστεψε σ’ αυτόν και τον βοήθησε αρκετές φορές στη δύσκολη περίοδο των σπουδών και των αποφάσεων. Στην Αμερική έμεινε τρία χρόνια, χρόνια μεγάλης οικονομικής δυσκολίας, σπουδάζοντας και δουλεύοντας ο ίδιος σε παιδικό σταθμό.
Το 1993 έλαβε μέρος σε μιά μεγάλη εορταστική συναυλία με παρουσιαστή τον Peter Ustinov και συντελεστές καλλιτέχνες όπως η Montserrat Caballé, ο Alfredo Kraus, η Julia Migenes- Johnson, ο Justino Diaz κ.ά.
Το 1994 κέρδισε τον Παγκόσμιο Διαγωνισμό Luciano Pavarotti στη Φιλαδέλφεια των Η.Π.Α.- ο πρώτος Έλληνας που διακρίθηκε στο διαγωνισμό αυτό, ο οποίος αναδεικνύει 34 νικητές σε διάφορες φωνητικές κατηγορίες από 4.000 συμμετέχοντες απ’ όλο τον κόσμο.
Το 1995 το Φεστιβάλ Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου τον κάλεσε να υποδυθεί το ρομαντικό ήρωα Luntha στο γνωστό μιούζικαλ «The king and I» («Ο βασιλιάς και γω») των Rogers και Hammerstein, αποσπώντας πολύ καλές κριτικές από τους Times του Λονδίνου. Εκεί γνώρισε και τη σοπράνο Deborah Mayers, με την οποία έμελλε να συνεργαστεί και στο μέλλον…
Ερμήνευσε επίσης τον Yusupov στο ομώνυμο μιούζικαλ που παρουσιάστηκε στην Οξφόρδη και τον Τζόννυ στο «Sail away» (θέατρο Savoy του Λονδίνου), καθώς και τον Jonathan στο καινούργιο μιούζικαλ «Nosferatu» του Βernard T.Taylor, που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1995 σε διπλό δίσκο ακτίνας χωρίς ποτέ να παρουσιαστεί στο θέατρο.
Δούλεψε ως ηθοποιός σε γνωστές τηλεοπτικές σειρές στο Λονδίνο ενώ επί σκηνής υποδύθηκε με μεγάλη επιτυχία το ρόλο του Διόνυσου στις «Βάκχες» του Ευριπίδη καθώς και τον . Puck στο «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Σαίξπηρ με διθυραμβικές κριτικές.
Εκείνη την περίοδο τραγούδησε με τους Dimitri Hvorostowski, Samuel Ramey, Dennis O’ Neill και άλλους. Οργάνωσε (ως παραγωγός) δύο γκαλά όπερας στο Λονδίνο, με πρωταγωνιστές του χώρου του μιούζικαλ και της όπερας: Alfredo Kraus, Raoul Gimenez, Johen Kowalski κ.ά.


Το ντεμπούτο του στην Ελλάδα έγινε το 1993, όταν συμμετείχε σε μια συναυλία στη μνήμη της Μαρίας Κάλλας που έγινε στο Μέγαρο Μουσικής. Το καλοκαίρι του 1996 εμφανίστηκε τρεις φορές στο Ηρώδειο: στις 10 Ιουλίου, στη βραδιά-αφιέρωμα στο Λέοναρντ Μπέρνστάϊν, στις 4 και 5 Σεπτεμβρίου, στη “Λειτουργία του Ορφέα” του Γιάννη Μαρκόπουλου.
Πίσω στην Αγγλία, στις 12 Νοεμβρίου, ερμήνευσε τον Λαέρτη στην όπερα “Hamlet» του Ambroise Thomas. Στις 24 Νοεμβρίου, βραδιά οπερέτας για σοπράνο και τενόρο με συμφωνική ορχήστρα, στο Queen Elizabeth Hall.
Την ίδια εποχή, ηχογραφούσε στο Μέγαρο Μουσικής το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Γιάννη Μαρκόπουλου «Ανα-γέννηση: Κρήτη ανάμεσα σε Βενετιά και Πόλη». Αμέσως μετά, ο συνθέτης τον κάλεσε πάλι στην Αθήνα για να ερμηνεύσει, στις 17 Νοεμβρίου, στο «Παλλάς», το έργο του «Ατίθασα μνήμη», που του παρήγγειλε η σύγκλητος του Ε. Μ. Π. ειδικά για την επέτειο του Πολυτεχνείου.
Στο μεταξύ, είχε ήδη ξεκινήσει ένα δεύτερο κύκλο εμφανίσεων ως Μάριος στο «Les Misérables», στο Palace Theatre του Λονδίνου, και αξιοποίησε την παραμονή του εκεί με δύο ακόμη εμφανίσεις. Για το BBC Radio, ηχογράφησε το “The King and I» με την Ορχήστρα του ΒΒC και παρτενέρ την Barbara Cook.


Εκείνη την εποχή η θετή μητέρα του Λούλα παρουσίασε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Αποφασίζοντας να μείνει μόνιμα πια στην Αθήνα, κοντά στην οικογένειά του το Φεβρουάριο του 1997 έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο ελληνικό θέατρο, πρωταγωνιστώντας, στην παράσταση του Θεάτρου Τέχνης «Happy End» των Μπέρτολντ Μπρεχτ-Κουρτ Βάϊλ, σε σκηνοθεσία Γ. Λαζάνη: ερμήνευσε το ρόλο του Μπιλ Κράκερ, τραγουδώντας επιπλέον και μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του Κ. Βάϊλ (Oh moon of Alabama, Bilbao, Yukali κ. ά.). Τη θερινή περίοδο της ίδιας χρονιάς, πήρε μέρος στην αναβίωση της ιστορικής παράστασης των «Ορνίθων» του Θεάτρου Τέχνης, ερμηνεύοντας τα τραγούδια του Μάνου Χατζηδάκι ως Τσαλαπετεινός. Στις 11 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς ήταν στο Ηρώδειο, τραγουδώντας στη συναυλία με τίτλο «Θρυλικές στιγμές από τον κόσμο της όπερας», στην οποία συμμετείχαν Έλληνες λυρικοί καλλιτέχνες που διακρίθηκαν στο εξωτερικό: Δημήτρης Καβράκος, Τζένη Δριβάλα, Μάριος Φραγκούλης, Πάμελα Πάντος. Στα πλαίσια των Δελφικών Εορτών συμμετείχε στην παράσταση «Ο Δαίδαλος στην Κρήτη» του Άγγελου Σικελιανού. Στις 14 Σεπτεμβρίου πήρε μέρος στη συναυλία «Πρόγονοι του μέλλοντος» που οργάνωσε στο Ηρώδειο το Γ’ Πρόγραμμα της Ε.Ρ.Α. ερμηνεύοντας την Καντάτα αρ. 1 του Γιώργου Τσαγκάρη.
Τη χειμερινή περίοδο 1997-98 εμφανίστηκε στο ρόλο του Ντάνυ στο μιούζικαλ «Grease» των Jill Jacobs και Warren Casey, που ανέβηκε στο θέατρο «Βέμπο» της Αθήνας σε σκηνοθεσία John Gilmore. Παράλληλα, αργά το βράδυ εμφανιζόταν στο κέντρο «Ιερά Οδός» όπου επί ένα ημίωρο τραγουδούσε σε ντουέτο με το Γιώργο Νταλάρα: συνεργασία που συνεχίστηκε την άνοιξη και το καλοκαίρι σε μια θριαμβική περιοδεία σε πόλεις της Ευρώπης αλλά και σε όλη την ελληνική επαρχία, και επισφραγίστηκε με την ηχογράφηση σε δίσκο ακτίνας. Στις 19 Μαΐου 1998 το κοινό του επιφύλαξε ενθουσιώδη υποδοχή όταν ερμήνευσε, στο Ηρώδειο, το μέρος του «λαϊκού τραγουδιστή» στο «Άξιον Εστί» του Θεοδωράκη με τον ίδιο το συνθέτη να διευθύνει. Στο πρώτο μέρος της συναυλίας, τραγούδησε τρεις δημοφιλείς κύκλους τραγουδιών του συνθέτη: «Λυρικότατα», «Επιφάνεια» και «Λιποτάκτες».
Μετά από μια καλοκαιρινή περιοδεία σ´όλη την Ελλάδα με το Γιώργο Νταλάρα, που αποτέλεσε την πρώτη επαφή του με το κοινό της ελληνικής επαρχίας, το Σεπτέμβριο ήταν στην Αμερική, όπου υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο με την εταιρεία Sony Classical για την ηχογράφηση πέντε δίσκων, σε διάφορα μουσικά είδη, από κλασικό έως ποπ…
Στο Λονδίνο, το Νοέμβριο, άλλο ένα από τα δεκάδες φιλανθρωπικά γκαλά στα οποία έχει συμμετάσχει αφιλοκερδώς: τον ετήσιο χορό του Βρεταννικού Ερυθρού Σταυρού στο Γκρόβενορ Χάους, βραδιά που αυτή τη χρονιά ήταν αφιερωμένη στην Ελλάδα.


Τον Απρίλιο του 1999 έκανε την πρώτη του προσωπική συναυλία στην Ελλάδα, στην «Ιερά οδό», με ένα ρεπερτόριο που εκτεινόταν σ’ όλη την ιστορία του καλού ελληνικού τραγουδιού, από τους μεγάλους του είδους ως τους άξιους της καινούργιας γενιάς, αλλά και τραγούδια, ελληνικά ή ξένα, που υπήρξαν σταθμοί στη σταδιοδρομία του. Η επιτυχία των δύο εκείνων συναυλιών επαναλήφθηκε σε άλλες δύο εμφανίσεις που έγιναν στη Θεσσαλονίκη, πάλι με τη Ντέμπορα Μάϊερς στο πλευρό του.
Στις αρχές του καλοκαιριού, τραγούδησε στην «Λειτουργία του Ορφέα» του Γιάννη Μαρκόπουλου, στο Ηρώδειο και στο φεστιβάλ Πατρών. Τη ζωντανή ατμόσφαιρα των βραδιών στην Ιερά Οδό και στη Θεσσαλονίκη, με το κοινό να πάλλεται από συγκίνηση, προσπάθησε να αναπαράγει ο διπλός δίσκος που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του ΄99 με τίτλο «Φεγγάρι ερωτευμένο - και έγινε σύντομα δις πλατινένιος, καθώς και οι καλοκαιρινές εμφανίσεις σε όλη την Ελλάδα.
Στο τέλος του καλοκαιριού εγκαινίασε το νέο φεστιβάλ Μεσογαίας στο θέατρο «Κεκρωπία» με ένα ρεσιτάλ κλασικού τραγουδιού που περιελάμβανε έργα από Σκαρλάττι έως Ντονιτσέττι και Τόστι.
Στις 12 Δεκεμβρίου του 1999 ήταν στην Αμβέρσα (Βέλγιο), όπου συμμετείχε στη Συναυλία για την Οικολογία και την Ειρήνη, με έργα Γιάννη Μαρκόπουλου.


Η πρώτη χρονιά του νέου αιώνα τον βρήκε στη Νέα Υόρκη, για την προετοιμασία του πρώτου διεθνούς προσωπικού του δίσκου, υπό την αιγίδα της Sony International.
Το χειμώνα του 2000-2001 πραγματοποίησε δύο εμφανίσεις στο Μέγαρο Μουσικής, για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Η μία, στις 20 Φεβρουαρίου 2001, με τίτλο «Ασπρόμαυρες μνήμες» , συναυλία με τραγούδια από τον ελληνικό και ξένο κινηματογράφο, μαζί με την Πέμη Ζούνη και την Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων του Δήμου Πατραίων υπό τη διεύθυνση του Θανάση Τσιπινάκη. Η άλλη ήταν μια βραδιά όπερας μαζί με διακεκριμένους καλλιτέχνες όπως ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, ο Χριστόφορος Σταμπόγλης, ο Γιάννης Γιαννίσης κ.ά..
Αρχές Μαΐου 2001 πρωταγωνίστησε στη βραδιά Viva Verdi!, ένα αφιέρωμα για τα 100 χρόνια από το θάνατο του Βέρντι που έγινε στη Νέα Όπερα Μόσχας, υπό τη διεύθυνση του Γιεβγκένι Κόλομποφ, και επαναλήφθηκε στις αρχές Ιουνίου στην Κύπρο.
Τον Ιούνιο συμμετείχε στη συναυλία του Γ. Μαρκόπουλου στο Ηρώδειο, τραγουδώντας δύο καινούργια τραγούδια του διάρκειας 20 λεπτών το καθένα.
Στο μεταξύ, από το Φεβρουάριο και πέρα, έκανε εντατικές πρόβες για το ρόλο του Διόνυσου στις «Βάκχες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη. Ήταν μια συμπαραγωγή του Θεσσαλικού Θεάτρου που έκανε πρεμιέρα στις 25 Ιουνίου, στο κηποθέατρο «Αλκαζάρ», στη Λάρισα, και περιόδευσε σε αρχαία θέατρα σ’ όλη την Ελλάδα μεταξύ των οποίων και το Ηρώδειο. Το καλοκαίρι εκείνο τον περίμενε μια μεγάλη δοκιμασία, ο θάνατος της πολυαγαπημένης του μητέρας Λούλας.
Παρ’όλα αυτά, βρήκε χρόνο και για το τραγούδι: το Σεπτέμβρη τραγούδησε στο υπαίθριο θέατρο «Κεκρωπία» και, στις 3 Οκτωβρίου 2001 στο Ηρώδειο, έλαβε μέρος στη συναυλία με τίτλο Bravo China μαζί με τους Νάνα Μούσχουρη, Λιου Χουάν και Χουάνγκ Γινγκ όπου ερμήνευσε, μεταξύ άλλων, ένα τραγούδι στα κινέζικα. Στις 8 Οκτωβρίου 2001 τραγούδησε στο Βεάκειο Πειραιά, για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, με μαέστρο το Ρίτσαρντ Μπάλκομπ.
Το χειμώνα ασχολήθηκε κυρίως με την επεξεργασία του δίσκου του στο εξωτερικό.
Το Μάρτιο του 2003 έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην Εθνική Λυρική Σκηνή, όπου τραγούδησε άριες, ντουέτα αλλά και αποσπάσματα από μιούζικαλ με τη σοπράνο Έλενα Κελεσίδου, σε μια βραδιά υπέρ των σκοπών της Action Aid. Το καλοκαίρι, στις συναυλίες του στην Ελλάδα, παρουσίασε το νέο του CD single με ελληνικά τραγούδια, Ένας χάρτινος ήλιος, πρώτη γεύση ενός ολοκληρωμένου δίσκου με ελληνικά τραγούδια σε στίχους Παρασκευά Καρασούλου. Συγχρόνως εμφανίστηκε σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης όπως π.χ. στο Ελσίνκι και στην Στοκχόλμη, στο φεστιβάλ του Ulrikstaal, σε μια κοινή εμφάνιση με τον Julian Lloyd Webber, συνεχίζοντας την παρουσίαση του δίσκου του σε όλο τον κόσμο, με κορυφαίο σταθμό το Μεξικό, όπου ο δίσκος γνώρισε πρωτοφανή υποδοχή. To Sometimes I dream το 2003 υπήρξε αρ.1ο στα charts των top ten στην Taiwan και γενικά, παρά την κρίση στη δισκογραφία, οι πωλήσεις του σύντομα ξεπέρασαν τα 600.000 αντίτυπα.
Με τη Νέα Όπερα της Μόσχας, πραγματοποίησε μιά περιοδεία σε διάφορες πόλεις της Ρωσίας και της Κύπρου, τραγουδώντας άριες και ντουέτα σε ένα αφιέρωμα-φόρο τιμής στη Μαρία Κάλλας («Tribute to Maria Callas») με σκηνικά και κοστούμια, χορωδία και ορχήστρα της Νέας Όπερας της Μόσχας.
Αρχές Οκτωβρίου τραγούδησε στο Ηρώδειο, άριες αντίκες και γνωστά κλασικά κομμάτια του διεθνούς ρεπερτορίου. Στην παράσταση αυτή έλαβαν μέρος η σοπράνο Inva Mula και το γνωστό φωνητικό ντουέτο Opera Babes, καθώς και ο πιανίστας Edelmiro Arnaltes, που συνόδευε τον Αλφρέντο Κράους τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του σε ρεσιτάλ και δισκογραφία.
Από τον Οκτώβριο και έπειτα, άρχισε να προετοιμάζει δύο διαφορετικούς δίσκους ακτίνας. Ο πρώτος, με ελληνικά τραγούδια, με τίτλο Ο κήπος των ευχών, από το ομώνυμο τραγούδι οποίου η μουσική είναι του Μάριου, το δεύτερο, με τη Sony Classical Αμερικής, με καινούργιο ξένο ρεπερτόριο, και συμμετοχή της Royal Philarmonic Orchestra του Λονδίνου.

Στις 16 Αυγούστου κυκλοφόρησε στην Ελλάδα και τη Μ. Βρετανία ο δεύτερος διεθνής του δίσκος με τη Sony Classical, με τίτλο “Follow your heart”, με δώδεκα καινούργια τραγούδια. Οι περισσότεροι στίχοι των τραγουδιών είναι στα αγγλικά, αλλά στα δώδεκα τραγούδια του album περιλαμβάνονται επίσης και στίχοι στα ελληνικά, τα ιταλικά και τα ισπανικά. Ο δίσκος έχει δύο διαφορετικές πλευρές καθώς για τα μισά τραγούδια δανείζεται στοιχεία του κλασικού ρεπερτορίου ενώ στα υπόλοιπα ο ήχος είναι πιο σύγχρονος και πιο πολυσυλλεκτικός. Το πρώτο τραγούδι του album, “Here's to the Heroes, ένα νέο τραγούδι, σε στίχους του Don Black και μουσική από το βασικό, βραβευμένο με Οσκαρ, θέμα του «Χορεύοντας με τους λύκους» του John Barry - είναι φόρος τιμής στους αθλητές που αγωνίζονται στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.Δύο τραγούδια του album έχουν κλασικό υπόβαθρο Το «Another World» είναι διασκευασμένο από το «Va! Pensiero» από την όπερα του Giuseppe Verdi, Nabucco και το «Adagio» είναι από το διάσημο Concerto για όμποε του Alessandro Marcello. Στο τραγούδι «Hay Mas» τον συνοδεύει η «αίσθηση» της latin pop, Alejandro Fernandez, καλλιτέχνης με σταθερή παρουσία στα latin charts και θριαμβευτής στα περυσινά Grammy Awards.
Περιλαμβάνονται επίσης και τα «Come What May», από το soundtrack της ταινίας Moulin Rouge και μία μοναδική νέα πρόταση, ένα ντουέτο, το «Cumme» με την νεαρή Ισπανίδα τραγουδίστρια Melody.
Ο δίσκος έγινε χρυσός σε λιγότερο από ένα μήνα, στην καρδιά του καλοκαιριού και των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας! Την ίδια μέρα του απενεμήθη και ο πλατινένιος δίσκος για το “Sometimes I dream” και ο χρυσός για το «Χάρτινο ήλιο». Στις 22 Σεπτεμβρίου τραγούδησε στο Βεάκειο τραγούδια αφιερωμένα στον Πειραιά, συμπράττοντας με το Στέλιο Διονυσίου και άλλους. Στις 17 Σεπτεμβρίου 2004 έλαβε μέρος στην Έναρξη των Παραολυμπιακων Αγώνων, ερμηνεύοντας την μουσική σύνθεση του Θοδωρή Οικονόμου “Νά ο ήλιος» στο Ολυμπιακό Στάδιο ΟΑΚΑ με την παρουσία 90,000 θεατών και αθλητών από όλο τον κόσμο. Την 1η Οκτωβρίου, εμβάθυνε την ενασχόλησή του με τη μουσική τζαζ σε μια εμφάνιση στο Ηρώδειο, που μοιράστηκε με τη διάσημη πριμαντόνα Μπάρμπαρα Χέντριξ, τραγουδώντας κομμάτια του και άλλων κλασικών του είδους. «Ο Μακ με το μαχαίρι» του Κουρτ Βάϊλ, το “Unforgettable” and “When I fall in love” του Nat King Cole, “My baby just don’t care for me” αλλά και το “Feuilles mortes”), “I get a kick out of you” συνεχίζοντας με Cole Porter: “You’re the top” και “So in love”, τελειώνοντας με το“Every time we say goodbye”, Αμέσως μετά πέταξε για την Ιαπωνία, όπου στις 11 Οκτωβρίου, συναυλία στο Bunkamura Orchard Hall με την Tokyo City Philharmonic Orchestra με διευθυντή τον Shuya Okatu και την σοπράνο Μακι Μορι. Ένας θρίαμβος με πάνω από 1700 Ιάπωνες να ουρλιάζουν «Μπράβο». Ερμήνευσε ένα εκλεκτικό ρεπερτόριο που περιελάμβανε αποσπάσματα από το "Sometimes I Dream", "O Sole Mio", "Granada", κομμάτια από το το Canto General του Θεοδωράκη αλλά και το Brindisi από την Traviata του Verdi.
Το Νοέμβριο, οκτώ εμφανίσεις σε διάφορες πόλεις της Αγγλίας, μαζί με τη νεαρή Νεοζηλανδέζα σοπράνο Heyley Westenra.
Το Φεβρουάριο και Μάρτιο ήταν στις Η.Π.Α. για την πρώτη αμερικανική του περιοδεία 28 πόλεων, μαζί με τον πιανίστα Jim Brickman και την τραγουδίστρια Ann Cochran, για την προβολή του δίσκου του. Τον Απρίλιο έκανε έναν διάλειμμα για να δώσει συναυλίες στη Sun City (Νότια Αφρική) με τη Vicky Sampson, κι έπειτα συνέχισε την περιοδεία στον Καναδά, το Λος Άντζελες, το Σαν Φρανσίσκο. Στις 20 Μαΐου έδωσε την πρώτη προσωπική του συναυλία στις Η.Π.Α., στο New York City Center, με προσκαλεσμένη τη σοπράνο Liza Vroman. Ακολούθησαν δύο άλλες, η μία στο Meyerhoff Symphony Hall με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βαλτιμόρης, στη Βαλτιμόρη (Maryland) και άλλη μία στο Sheldon Hall του St. Louis, Missouri.
Τον Ιούνιο έλαβε μέρος σε μια εορταστική εκδήλωση στο Sharon Lynne Wilson Arts Center στο Wisconsin. Τον Ιούλιο, έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην κωνσταντινούπολη μια συναυλία σε υπαίθριο θέατρο υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Το υπόλοιπο καλοκαίρι έκανε τη συνηθισμένη του περιοδεία σ'όλη την Ελλάδα, με αποκορύφωμα τη συναυλία με τίτλο "Music of the Night" τον Οκτώβριο στο Ηρώδειο, με τη συνοδεία της Συμφωνικής Ορχήστρας και της Χορωδίας της Νέας Όπερας της Μόσχας. Τον ίδιο μήνα, έλαβε μέρος στη συναυλία του Plácido Domingo στην Κύπρο, μαζί με την Kallen Esperian, με συνοδεία της Κρατικής Ορχήστρας της Κύπρου και τη Συμφωνική Ορχήστρα της Νέας Όπερας της Μόσχας.
Κυκλοφορεί το βιβλίο της Ροζίτας Σώκου "Ο Μάριος κι εγώ". Μέχρι σήμερα συνεχίζει ακάθεκτος τις συναυλίες του ανά τον κόσμο!







Δημοσίευση σχολίου

Blogger